Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτοαξιολόγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτοαξιολόγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Ανακοίνωση για την αξιολόγηση

Συναδέλφισσες και Συνάδελφοι,

Η Κυβέρνηση δημοσιοποίησε το Προεδρικό Διάταγμα (Π.Δ.) του ΥΠΑΙΘ σχετικά με την αξιολόγηση (ΦΕΚ 240 Α/5-11-2013), το οποίο ελάχιστες διαφοροποιήσεις και τυπικού χαρακτήρα έχει από την πρόταση που παρουσιάστηκε πριν από 9 μήνες .

Τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του απηχούν σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο ελέγχου για την εκπαίδευση και τον εκπαιδευτικό , χωρίς να υπηρετούν καμία παιδαγωγική λογική και με βασικό στόχο την εξυπηρέτηση των δημοσιονομικών αναγκών .

Συγκεκριμένα:

- Έχει μονομερώς ελεγκτικό-εποπτικό χαρακτήρα, αφού δεν συνδέεται ούτε με την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας ούτε με την ενδοϋπηρεσιακή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.

- Δεν επικεντρώνει στην τρέχουσα επαγγελματική δυνατότητα των εκπαιδευτικών, αλλά στα τυπικά τους προσόντα και σε ποικίλης προέλευσης “χαρτιά”.

- Εισάγει διαδικασίες χρονοβόρες, γραφειοκρατικές και μη εφαρμόσιμες.

- Χαρακτηρίζεται από προχειρότητα, ασάφειες, νομοθετικές ατέλειες, αστοχίες και παραλείψεις.

- Είναι ολοφάνερο ότι οι συντάκτες του είναι αυστηρά προσηλωμένοι στην εφαρμογή της ποσόστωσης που επιβάλλει ο Ν. 4024/11 για τις προαγωγές στο δημόσιο. Όμως, η ποσόστωση δεν μπορεί να έχει την ίδια εφαρμογή στο χώρο της εκπαίδευσης. Και τούτο διότι από την αρχή μέχρι το τέλος της επαγγελματικής τους ζωής οι εκπαιδευτικοί ασκούν το ίδιο ακριβώς έργο. Άρα, η βαθμολογική τους κατάταξη με βάση τα έτη υπηρεσίας εξυπηρετεί ήδη τον δημοσιονομικό στόχο. Στην εκπαίδευση δεν υπάρχει ανάγκη για τη διαμόρφωση “πυραμίδας”δεξαμενών στελεχών, αφού τα στελέχη επιλέγονται με βάση ειδικό θεσμικό πλαίσιο (Ν.3848/10).


- Η Προκρούστεια λογική της ποσόστωσης δε συνάδει με την πολυπαραγοντικότητα του εκπαιδευτικού έργου (εκατοντάδες χιλιάδες εκπαιδευτικοί και μαθητές, διαφορετικοί τύποι σχολείων, διαφορετικές υποδομές και μέσα, διαφορετικές γεωγραφικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες κλπ).

Οι χιλιάδες αποσπασμένοι σε διοικητικές υπηρεσίες εκπαιδευτικοί, που ασκούν εντελώς διαφορετικό έργο από τους εκπαιδευτικούς της τάξης, είναι παράλογο να αξιολογούνται με διαφορετικά κριτήρια αλλά να προάγονται με βάση κοινούς πίνακες προακτέων.

Λέμε λοιπόν:

ΟΧΙ στην ελεγχόμενη – μονόπλευρη και χειραγωγημένη αξιολόγηση.

Γιατί:

1. Πρόκειται για μονόπλευρη «αξιολόγηση» των εκπ/κών (εκπ/κή, διοικητική). Πουθενά δεν τίθεται θέμα για αξιολόγηση στο πρόγραμμα σπουδών, σε δομές, βιβλία κ.α.

2. Η διαδικασία της «αξιολόγησης» είναι μονοπρόσωπη (κάθε αξιολογούμενος αξιολογείται μόνο από ένα άτομο) σε όλα τα στάδιά της και κάθε ένας στον τομέα του.

3. Η «αξιολόγηση», της κορυφής της «πυραμίδας» είναι καθαρά πολιτική και καμία σχέση δεν έχει με την εκπαίδευση καθώς:

α) Δύο Γεν. Δ/ντές του Υπουργείου και ο Πρόεδρος του Ι.Ε.Π (πολιτικές κατά βάση θέσεις) «αξιολογούν» τους Περιφερειακούς δ/ντές (πολιτική θέση)στον τομέα τους.

β) Οι Περιφερειακοί δ/ντές και ο Πρόεδρος του Ι.Ε.Π (πολιτικές θέσεις) «αξιολογούν» τους προϊσταμένους των τμημάτων επιστημονικής-παιδ/κής καθοδήγησης (ΕΠΚΑ) (πολιτική κατά βάση θέση).

γ) Οι Περιφερειακοί δ/ντές και οι προϊστάμενοι των τμημάτων επιστημονικής παιδ/κής καθοδήγησης «αξιολογούν» τους σχολικούς συμβούλους και τους Δ/ντές Δ/νσης. Οι δ/ντές εκπ/σης «αξιολογούν» τους δ/ντές των σχολείων, οι οποίοι κατόπιν μαζί με τους σχολικούς συμβούλους «αξιολογούν» τους εκπαιδευτικούς.

Η αξιολόγηση απαιτεί αντικειμενικότητα σε όλα τα στάδιά της. Συνεπώς στην κορυφή της αξιολογικής πυραμίδας θα πρέπει να υπάρχει ανεξάρτητη αρχή η οποία ελέγχει και αξιολογεί τα στελέχη της εκπ/σης και αντικειμενικοποιεί τη διαδικασία της αξιολόγησης.

5. Αναφέρεται (Άρθρο 2 παρ. 4): «Οι εκπαιδευτικοί που κατέχουν θέση στελέχους δεν μπορούν να ασκούν καθήκοντα αξιολογητή αν δεν έχουν προηγουμένως επιμορφωθεί σχετικώς». Στο άρθρο 25 αναγράφεται:«Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος: Αξιολογούνται κατά προτεραιότητα οι εκπαιδευτικοί που κατά την 31η Μαΐου του 2014 συμπληρώνουν τον ελάχιστο χρόνο που απαιτείται για την προαγωγή από τον βαθμό που κατέχουν στον επόμενο βαθμό …» Δηλαδή μας λένε ότι μέσα στους επόμενους τέσσερις περίπουμήνες (υπολογίζοντας τις διακοπές Χριστουγέννων του Πάσχα και τις ημέρες των Πανελλαδικών εξετάσεων) θα έχει ολοκληρωθεί η επιμόρφωση ουσιαστικά και τυπικά κάποιων χιλιάδων Δ/ντών Σχολείων και Σχολικών συμβούλων ώστε να ξεκινήσει κανονικά η αξιολόγηση (!!). Και το πιστεύουν άραγε όταν γνωρίζουμε ότι από τον Απρίλη έως τον Ιούλιο του 2013 επιμορφώθηκαν στο ΕΚΔΔΑ μερικές μόνο εκατοντάδες Δ/ντές σχολείων στη “Διοίκηση Εκπ/κών μονάδων”;

6. Όταν κάποιος εκπ/κός κρίνεται ελλιπής, τότε σύμφωνα με το Π. Δ., παραπέμπεται στο άρθρο 8 του ν. 4024/2011 (Άρθρο 16 παρ. 5) και εγγράφεται στον πίνακα μη προακτέων. Με ποια προοπτική; Την εφεδρεία και την απόλυση;

Είναι γνωστή η ορθή άποψη πως: όταν επιδιώκεις βελτίωση και αναβάθμιση της εκπ/σης, είναι απαραίτητη η ύπαρξη και πραγματοποίηση επιμόρφωσης ώστε να βελτιωθεί ο εκπ/κός και να διορθωθούν οι τυχόν αδυναμίες προς όφελος των μαθητών και της εκπ/σης. (θετικός χαρακτήρας του αξιολογικού συστήματος).Γιατί, χωρίς επιμόρφωση, πως θα μπει στην τάξη ο «κακός» - μη προακτέος εκπ/κος; Δεν θα «στραβώσει» τους μαθητές; Πώς θα είναι ωφέλιμος στην εκπ/ση; Πώς υλοποιείται ο υπ’ αριθ. 1 σκοπός της «αξιολόγησης» που: «είναι η βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού τους έργου (των εκπ/κών) προς όφελος των μαθητών και της κοινωνίας»; (όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του παραπάνω Π.Δ.)

Στο άρθρο 17 παρ. 3 αναφέρεται: «Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αξιολογηθείς εκπαιδευτικός έχει κριθεί ως «ελλιπής» σε κάποιο κριτήριο, ο αξιολογητής οφείλει να προτείνει κατάλληλες μορφές επιμόρφωσης, ενδοσχολικής κυρίως φύσης.» (sic) (!!) Αυτό αναφέρεται όλο – όλο για επιμόρφωση. Ποια εκπαίδευση θέλουν όσοι συντάσσουν τέτοια Π.Δ;

7. Ο συνδυασμός της βαθμολογίας από τα κριτήρια «αξιολόγησης» με τα ποσοστά εξέλιξης από βαθμό σε βαθμό του ν. 4024/2011, θα δημιουργήσουν τραγελαφικές καταστάσεις καθώς, συνάδελφοι που θα έχουν κριθεί με βαθμό «πολύ καλός» θα παραμένουν στάσιμοι – μη προακτέοι λόγω της ποσόστωσης του ν. 4024/2011 (άρθρο 7 παρ.6) ( από Ε στον Δ μέχρι 90%, από Δ στον Γ μέχρι 70%, από Γ στον Β μέχρι 50%, από Β στον Α μέχρι 30%). Στον Α βαθμό δηλαδή θα φτάσει το πολύ ποσοστό συναδέλφων 9,45%. Είναι φανερό ότι βασική πρόθεση της κυβέρνησης είναι να κρατήσει καθηλωμένους οικονομικά όσο γίνεται περισσότερους εκπ/κους και καμία πρόθεση για βελτίωση τους δεν υπάρχει, γιατί άλλως θα έπρεπε να καταργήσει τις ποσοστώσεις του ν. 4024.

8. Οι όποιες ενστάσεις των εκπαιδευτικών θα εξετάζονται από τις «Επιτροπές Αξιολόγησης Εκπαιδευτικού Έργου (Ε.Α.Ε.Ε.) (;;) Πως στελεχώνονται – ποιος ο ρόλος τους ;


9. Κατά την εκπ/κή «αξιολόγηση» δεν λαμβάνονται υπ’ όψη λάθη, παραλείψεις ή και αδυναμίες του υπάρχοντος προγράμματος σπουδών και της δομής του εκπ/κού συστήματος. (Διαφορές των σχολείων με βάση την κοινωνική τους σύνθεση, μαθήματα κατεύθυνσης και μαθήματα γενικής παιδείας Β΄& Γ΄ Λυκείου (ιδιαίτερα στην Γ΄).

10.Ο Σύλλογος διδασκόντων είναι ανύπαρκτος σ’ όλη την διαδικασία της «αξιολόγησης». Η αντίληψη αυτή, να αγνοείται παντελώς ο Σύλλογος διδασκόντων, δείχνει ολοκάθαρα ότι η επιδίωξη αυτής της αξιολόγησης είναι να μην υπάρξει κανένα ποιοτικό όφελος ή χαρακτηριστικό στην κατεύθυνση της αναβάθμισης της παιδείας.


Για την Παράταξή μας, η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών νοείται ως συστηματική διαδικασία αποτίμησης του βαθμού επίτευξης των εκπαιδευτικών στόχων και εντοπισμού των προβλημάτων, ώστε, μέσα από το σχεδιασμό και την εφαρμογή των κατάλληλων μέτρων, να επιτυγχάνεται η αναβάθμιση όλων των συντελεστών της εκπαίδευσης, η άμβλυνση των μορφωτικών ανισοτήτων και γενικότερα η βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος.

Πιστεύουμε στην καθιέρωση συστήματος αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών, δεδομένου ότι η αξιολόγηση συνδέεται άρρηκτα με τη βελτίωση της ποιότητας και την αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης, και επομένως έχει βαρύνουσα σημασία για την κοινωνία και τη χώρα.

Η διαδικασία αξιολόγησης απαιτεί κατάλληλα στελέχη για να την πραγματοποιήσουν. Είναι πλέον αδήριτη ανάγκη, η λειτουργία σχολής στελεχών εκπ/σης η οποία καθίσταται αναγκαία για την εκκίνηση της διαδικασίας αξιολόγησης. Δεν χρειαζόμαστε μια τυπική και αμφισβητήσιμη «αξιολόγηση».

Λέμε :

ΝΑΙ στην ποιοτική – πολύπλευρη αντικειμενική και με θετικό χαρακτήρα αξιολόγηση.

· Το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να αναδείξει την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητά του, αντιστεκόμενο σε ό,τι επιχειρεί να καταργήσει την παιδαγωγική μας ελευθερία, όπως το Π.Δ της κυβέρνησης αλλά προβάλλοντας στον κλάδο και την κοινωνία και τη δική του θετική πρόταση.

· Είναι ώρα να προβάλλουμε, να στηρίξουμε και να επικαιροποιήσουμε τις αποφάσεις του 8ου Συνεδρίου της ΟΛΜΕ


Πιστεύουμε, ότι η χώρα έχει ανάγκη από τη θέσπιση ενός πλαισίου που θα αντιμετωπίζει ενιαία τα ζητήματα της αξιολόγησης και επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, θα αναδεικνύει το θετικό χαρακτήρα της αξιολόγησης, θα προβάλλει ως βασικό εργαλείο την εσωτερική συλλογική αξιολόγηση, θα αναδιαρθρώνει τις εκπαιδευτικές δομές, και θα επανακαθορίζει το ρόλο των στελεχών της εκπαίδευσης.

Ανακοίνωση για την αυτοαξιολόγηση - Αθήνα,29-01-2014

Tο απαράδεκτο και αντιδραστικό Π.Δ. 152  για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, που εισάγει την τιμωρητική ατομική αξιολόγηση συνδέοντάς την με τις ρυθμίσεις του άρθρου 7 του Ν. 4024 για  τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη,  είναι προφανές ότι στοχεύει μέσα από μία  παράλογη  ποσόστωση όχι στην αναβάθμιση του εκπαιδευτικού έργου, αλλά στην εξυπηρέτηση μιας ασφυκτικής δημοσιονομικής πολιτικής, στη μισθολογική καθήλωση, στον έλεγχο και την πειθάρχηση των εκπαιδευτικών.

Η ματαίωση  της συγκεκριμένης ρύθμισης  απαιτεί λόγο πειστικό και τεκμηριωμένο, σωστή ενημέρωση, συσπείρωση και κοινωνική συναίνεση. Η θέση της πλειοψηφίας του ΔΣ της ΟΛΜΕ ( ΣΥΝΕΚ, Παρεμβάσεις, ΠΑΜΕ ) ενάντια σε κάθε μορφή αξιολόγησης στο σχολείο δεν εξυπηρετεί τον παραπάνω σκοπό αλλά ούτε και  συνάδει με το αναφαίρετο δικαίωμά μας  να προτείνουμε και να διεκδικούμε ένα σχολείο ανοιχτό – δημοκρατικό, με ευκαιρίες επιμόρφωσης – βελτίωσης και εξέλιξης των εκπαιδευτικών.

Η  πλειοψηφία του ΔΣ της ΟΛΜΕ προτείνει:
α) «Διαγραφή από τις ΕΛΜΕ των Περιφερειακών Διευθυντών, των Διευθυντών Εκπαίδευσης και των Σχολικών Συμβούλων που θα εμπλακούν στην αξιολόγηση.»
β) «Σχέδιο πρακτικού Συλλόγου Διδασκόντων» το οποίο είναι και νομικά προβληματικό τουλάχιστον ως προς την τελευταία φράση του : «…και δε συγκροτούμε τις ομάδες εργασίας.»
Και οι δύο αυτές προτάσεις αποδυναμώνουν τον κλάδο, οδηγούν σε  διαιρέσεις και σε επιμερισμούς τους εκπαιδευτικούς, «παραπέμπουν» στην περαιτέρω απαξίωση του συνδικαλιστικού κινήματος και κάνουν φανερό ότι η σημερινή συγκυριακή πλειοψηφία στο ΔΣ της Ομοσπονδίας αδυνατεί να ανταποκριθεί στα κρίσιμα ζητούμενα των καιρών, οδηγώντας τον κλάδο στην περιθωριοποίηση. Παράλληλα, μέρος αυτής της συγκυριακής πλειοψηφίας αναδιπλώθηκε  «πριν αλέκτωρ λαλήσαι τρεις» και προτείνει τώρα στους Συλλόγους διδασκόντων διαφοροποιημένα κείμενα από αυτό που αρχικά ψήφισε, προκειμένου να κρύψει την αδυναμία και το λάθος της.
Θεωρούμε ότι οι ομαδικές διαγραφές – σήμερα των Περιφερειακών Διευθυντών, των Διευθυντών Εκπαίδευσης και των Σχολικών Συμβούλων και αύριο των Διευθυντών των σχολικών  μονάδων -  μέρους του εκπαιδευτικού σώματος είναι πρωτόγνωρες και απαράδεκτες δεν συνδέονται με την κουλτούρα του κινήματός μας και δημιουργούν μείζον ηθικό και πολιτικό ζήτημα.  Διαφωνούμε με τον πιο απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο. 


Πιστεύουμε στην ανάγκη διαμόρφωσης μιας «διαφορετικής   πρότασης» από την πλευρά του εκπ/κού κόσμου, που δε θα εξαντλείται μόνο στην απόρριψη του Π. Δ. αλλά θα κινείται στην κατεύθυνση  ανάλυσης και ανάδειξης των ουσιαστικών προβλημάτων του σχολείου με βάση τα αιτήματα του κλάδου.
Η επιχειρούμενη ταύτιση του Π.Δ. 152, του οποίου ζητάμε την άμεση απόσυρση, με την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας, δημιουργεί σύγχυση στον κλάδο, αποδυναμώνει τις θέσεις του, κινείται τελικά σε μία συντηρητική τροχιά και έξω  από την πραγματικότητα του σχολείου και της εκπαίδευσης. Στην πραγματικότητα αντί να αναδεικνύει τον αντιεκπαιδευτικό χαρακτήρα του Π.Δ περιορίζεται σε μάχες εντυπώσεων.

Η αυτοαξιολόγηση ως διαδικασία εσωτερικής αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου της σχολικής μονάδας μπορεί,  κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις (κυρίως όταν στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης και όχι στον  διοικητικό έλεγχο και την πειθάρχηση των καθηγητών), να συντελέσει στη  διαδικασία βελτίωσης και ανατροφοδότησης του εκπαιδευτικού έργου. Η παραπάνω θέση είναι σύμφωνη και με τις θέσεις του κλάδου όπως είχαν διατυπωθεί στο 8ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ: «H αυτοαξιολόγηση είναι βασικός συντελεστής της όλης διαδικασίας. Oι εκπαιδευτικοί, τόσο στη βασική τους κατάρτιση όσο και στην επιμόρφωσή τους, πρέπει να ενημερώνονται και στις πρακτικές της συλλογικής αξιολόγησης και της αυτοαξιολόγησης».

Αντίθετα, η κυβέρνηση όχι μόνο δε βλέπει την αυτοαξιολόγηση  ως διαδικασία βελτίωσης και ανατροφοδότησης του εκπαιδευτικού έργου αλλά τη συνδέει άμεσα με την εξωτερική ατομική αξιολόγηση αφού προβλέπεται ως κριτήριο η συμμετοχή του εκπαιδευτικού στις ομάδες εργασίας. Την επιβάλλει  με δείκτες κομμένους στα μέτρα της, με στόχο τη συγκρισιμότητα των σχολικών μονάδων και επομένως  την κατηγοριοποίησή τους,  καταργώντας στην πράξη την αυτενέργεια και την παιδαγωγική ελευθερία του συλλόγου διδασκόντων.


Καλούμε όλους τους συναδέλφους και τις συναδέλφισσες, ενωτικά , με αγώνα, με προτάσεις, με τεκμηριωμένο και προοδευτικό λόγο να ανατρέψουμε τις αντιεκπαιδευτικές προσπάθειες του Υπουργείου Παιδείας με βάση τη δική μας πρόταση για την αυτοαξιολόγηση, αποκρούοντας παράλληλα και τις λογικές και της πρακτικές της διαίρεσης και του διχασμού.